
Οι τριεδρικές εκλογικές περιφέρειες, εκείνες δηλαδή που εκπροσωπούνται στη Βουλή με τρεις βουλευτές, ήταν ανέκαθεν προνομιούχες και ιδιαίτερα αγαπητές στα κόμματα και κυρίως στα κυβερνητικά.
Το ενδιαφέρον για αυτές ήταν ξεχωριστό. Σχεδόν… ερωτικό.
Ανάμεσα σε αυτές ήταν, μέχρι την τελευταία απογραφή πληθυσμού του 2021, και ο Νομός Άρτας.
Και αυτή η τρίτη έδρα δεν μας είχε χαριστεί.
Σε όλες σχεδόν τις προηγούμενες απογραφές, οι ασκούντες τοπικά εξουσία – δήμαρχοι, νομάρχες, βουλευτές, κόμματα, φορείς και παράγοντες – γνώριζαν πολύ καλά τι διακυβευόταν και κινητοποιούνταν.
Ξεσήκωναν τους ετεροδημότες Αρτινούς ολόκληρης της χώρας για να απογραφούν στον τόπο καταγωγής τους. Έκαναν ενημερωτικές καμπάνιες, ενεργοποιούσαν συλλόγους και αδελφότητες της αρτινής διασποράς και έφταναν ακόμη και στη διάθεση μεταφορικών μέσων για τη μετακίνησή τους.
Γιατί τότε υπήρχε ένα στοιχειώδες πολιτικό ένστικτο αυτοσυντήρησης του τόπου.
Γνώριζαν ότι ο πληθυσμός είναι πολιτική δύναμη, χρηματοδοτήσεις, προτεραιότητες, δημόσιες επενδύσεις, υπηρεσίες, υποδομές, διεκδικήσεις.
Και είναι βουλευτικές έδρες.
Το 2021, όμως, στην Άρτα συνέβη το ακριβώς αντίθετο.
Σχεδόν άκρα του τάφου σιωπή.
Οι τοπικές εξουσίες παρακολουθούσαν την απογραφή περίπου σαν να επρόκειτο για μια τυπική γραφειοκρατική διαδικασία που δεν τις αφορούσε.
Ούτε σοβαρή καμπάνια, ούτε γενικός ξεσηκωμός, ούτε οργανωμένη κινητοποίηση των ετεροδημοτών, ούτε εκείνη η πανστρατιά φορέων και παραγόντων που βλέπαμε στο παρελθόν.
Και όταν ο «Παρατηρητής» χτυπούσε το καμπανάκι και προειδοποιούσε για τον κίνδυνο απώλειας της τρίτης βουλευτικής έδρας, κάποιοι μας αντιμετώπιζαν περίπου σαν εμμονικούς και γραφικούς.
Ε, λοιπόν, η «γραφικότητα» έγινε πραγματικότητα.
Η Άρτα κατέγραψε σημαντική πληθυσμιακή μείωση και η τρίτη βουλευτική έδρα χάθηκε.
Τα τρία έγιναν δύο.
Και δεν χάθηκε απλά μία καρέκλα στο ελληνικό Κοινοβούλιο.
Χάθηκε πολιτικό βάρος.
Χάθηκε ένας ακόμη βουλευτής που θα είχε κάθε λόγο να διεκδικεί, να πιέζει υπουργούς, να παρεμβαίνει και να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Νομού.
Χάθηκε ένα ακόμη εργαλείο πίεσης προς την εκάστοτε κυβέρνηση.
Και σήμερα αναρωτιόμαστε γιατί η Άρτα βρίσκεται διαρκώς στις πίσω σειρές των κυβερνητικών προτεραιοτήτων.
Γιατί χάνει υπηρεσίες.
Γιατί βλέπει μεγάλες επενδύσεις και έργα να την προσπερνούν.
Γιατί οι διεκδικήσεις της αντιμετωπίζονται πολλές φορές σαν υποσημείωση.
Μήπως πρέπει κάποτε να κοιταχτούμε και στον καθρέφτη;
Εύκολο είναι να καταγγέλλουμε την Αθήνα για εγκατάλειψη της Άρτας. Και πολλές φορές δικαιολογημένα.
Αλλά όταν ήρθε η ώρα να προστατεύσουμε μόνοι μας το πολιτικό βάρος του τόπου μας, οι τοπικές εξουσίες πιάστηκαν στον ύπνο.
Δήμαρχοι, πολιτικοί, κόμματα και φορείς δεν κατάφεραν να κάνουν αυτό που οι προκάτοχοί τους θεωρούσαν αυτονόητο.
Να σημάνουν συναγερμό.
Να κινητοποιήσουν τους Αρτινούς.
Να εξηγήσουν τι διακυβευόταν.
Να παλέψουν μέχρι την τελευταία στιγμή για να μη χαθεί η τρίτη έδρα.
Και τώρα είναι αργά για δάκρυα.
Σήμερα θυμίζουμε εκείνη την απραξία με μια χυδαία μεν, αλλά δυστυχώς απόλυτα εύστοχη ατάκα:
«Τους κάναμε τα τρία… δύο».
Μόνο που υπάρχει μία σημαντική διόρθωση.
Δεν μας τα έκανε κανένας.
Τα κάναμε μόνοι μας.
Και αυτή είναι ίσως η χειρότερη πλευρά της ιστορίας.
Γιατί άλλο να χάνεις μια μάχη πολεμώντας και άλλο να τη χάνεις επειδή δεν εμφανίστηκες καν στο πεδίο.
Στην απογραφή του 2021 η Άρτα δεν ηττήθηκε.
Παρέδωσε τα όπλα πριν δοθεί η μάχη.
Βγάλαμε μόνοι μας τα μάτια μας.
Να τα λέμε κι αυτά.
Και κυρίως, να τα θυμίζουμε σε εκείνους που σήμερα εμφανίζονται ως σωτήρες και διεκδικητές αυτού του τόπου.
«Π»