
Στα πενήντα και πλέον χρόνια της Μεταπολίτευσης, οι Έλληνες πολίτες γίνονται συχνά θεατές στο ίδιο έργο. Κάθε φορά που πλησιάζουν βουλευτικές εκλογές, η κατάρτιση των ψηφοδελτίων μετατρέπεται σε ένα από τα κυρίαρχα θέματα της προεκλογικής περιόδου.
Τα κόμματα καθυστερούν να ξεκαθαρίσουν ποιοι θα είναι τελικά υποψήφιοι, ενώ την ίδια ώρα δεκάδες ενδιαφερόμενοι σε ολόκληρη τη χώρα περιμένουν ένα «ναι» ή ένα «όχι».
Η τακτική αυτή έχει συγκεκριμένες συνέπειες.
Όσο περνά ο χρόνος, τόσο περιορίζονται οι δυνατότητες ενός ενδιαφερόμενου να εξετάσει διαφορετική πολιτική επιλογή ή να οργανώσει εγκαίρως την προεκλογική του παρουσία. Αντίθετα, όσοι ήδη γνωρίζουν ή έχουν ισχυρές διαβεβαιώσεις ότι θα βρίσκονται στο ψηφοδέλτιο μπορούν να προετοιμάζονται πολύ νωρίτερα.
Και ποιοι ευνοούνται περισσότερο από αυτή την κατάσταση;
Πρώτα από όλους οι εν ενεργεία βουλευτές. Έχουν ήδη αναγνωρισιμότητα, πολιτικό γραφείο, επαφή με τους πολίτες και παρουσία στην εκλογική τους περιφέρεια. Ευνοούνται επίσης εκείνοι που έχουν εξασφαλίσει εγκαίρως τη συμμετοχή τους μέσω διαβεβαιώσεων από υψηλόβαθμα κομματικά στελέχη.
Ο νέος υποψήφιος, αντίθετα, μπορεί να πληροφορηθεί πολύ αργότερα ότι τελικά θα συμμετάσχει και να κληθεί μέσα σε περιορισμένο χρόνο να οργανώσει έναν ολόκληρο προεκλογικό αγώνα.
Έτσι όμως δυσκολεύεται και η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού.
Άνθρωποι καταξιωμένοι κοινωνικά και επαγγελματικά, που ενδεχομένως θα ήθελαν να ασχοληθούν με την πολιτική, πολλές φορές αποφεύγουν να μπουν σε μια διαδικασία πολύμηνης αναμονής χωρίς να γνωρίζουν εάν τελικά θα είναι υποψήφιοι.
Και τα ίδια πρόσωπα ανακυκλώνονται.
Όταν εμφανίζονται νέα πρόσωπα, η επιλογή τους πολλές φορές συνδέεται περισσότερο με κομματικές ισορροπίες, προσωπικές σχέσεις, αναγνωρισιμότητα ή άλλους εκλογικούς υπολογισμούς και λιγότερο με μια σταθερή πολιτική ανανέωσης των ψηφοδελτίων.
Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά. Κάθε κόμμα έχει δικαίωμα να επιλέγει τους υποψηφίους του και να επιδιώκει ένα ψηφοδέλτιο που θεωρεί ότι εξυπηρετεί καλύτερα την πολιτική και εκλογική στρατηγική του. Αυτό όμως δεν εμποδίζει τα κόμματα να ξεκαθαρίζουν εγκαίρως τις προθέσεις τους απέναντι στους ανθρώπους που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον.
Ένα καθαρό «ναι» ή ένα καθαρό «όχι» είναι περισσότερο έντιμο από μήνες αναμονής.
Γιατί όταν τα κόμματα που ζητούν την εμπιστοσύνη των πολιτών λειτουργούν με τέτοιες μικροκομματικές σκοπιμότητες απέναντι ακόμη και στους δικούς τους ανθρώπους, δεν μπορούν στη συνέχεια να απορούν γιατί και οι πολίτες αντιμετωπίζουν την πολιτική με δυσπιστία, απογοήτευση ή αδιαφορία.
Στην Περιφερειακή Ενότητα Άρτας υπάρχει σήμερα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ υπάρχουν περισσότερα από έξι πρόσωπα, καταξιωμένα κοινωνικά και επαγγελματικά, που έχουν πολιτικές φιλοδοξίες και θα ενδιαφέρονταν να υπηρετήσουν τα κοινά της περιοχής μέσα από τη Βουλή.
Δεν το αποτολμούν όμως.
Και ένας από τους λόγους είναι ότι δεν γνωρίζουν εγκαίρως εάν τα κόμματά τους σκοπεύουν πραγματικά να τους δώσουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν και να διεκδικήσουν με ίσους όρους την ψήφο των πολιτών.
Αν τα κόμματα θέλουν πραγματικά ανανέωση, ας ξεκινήσουν από τα αυτονόητα. Έγκαιρες αποφάσεις, καθαρές απαντήσεις και ίσες δυνατότητες προετοιμασίας για όλους όσοι συμμετέχουν στα ψηφοδέλτιά τους.
«Π»