
Με αφορμή την προχθεσινή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άρτας, αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά ένα ζήτημα που ξεπερνά κατά πολύ τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Δεν είναι το «ναι» ή το «όχι» που έχει τη μεγαλύτερη σημασία.
Είναι το πώς και το γιατί λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το μήνυμα που εξέπεμψε το Δημοτικό Συμβούλιο είναι σαφές: Η απόφαση ελήφθη όχι στη βάση μιας τεκμηριωμένης στρατηγικής επιλογής, αλλά υπό το βάρος αντιδράσεων.
Αυτό είναι και το κρίσιμο.
Γιατί ένα Δημοτικό Συμβούλιο δεν κρίνεται μόνο από το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών του, αλλά από το αν λειτουργεί με σχέδιο, τεκμηρίωση και θεσμική αυτονομία ή αν προσαρμόζεται κάθε φορά στο κλίμα που διαμορφώνεται.
Η ιστορία του Δήμου Αρταίων έχει δείξει ότι οι μεγάλες τομές δεν έγιναν ποτέ χωρίς αντιδράσεις. Αντιθέτως, έγιναν μέσα από συγκρούσεις, κόστος και πολιτική αποφασιστικότητα.
Δήμαρχοι όπως ο Νίκος Σιμεντζής, ο Κώστας Βάγιας και ο Χρήστος Παπαγεωργίου δεν επέλεξαν τον εύκολο δρόμο. Σε κρίσιμες στιγμές για την πόλη, προχώρησαν έργα όπως η ύδρευση, η αποχέτευση και ο βιολογικός καθαρισμός, παρά τις έντονες αντιδράσεις της εποχής.
Αν τότε επικρατούσε η λογική της αποφυγής του πολιτικού κόστους, η Άρτα σήμερα θα ήταν μια εντελώς διαφορετική πόλη και σίγουρα χειρότερη.
Το ίδιο ισχύει και για άλλες παρεμβάσεις που σημάδεψαν τη σύγχρονη φυσιογνωμία της πόλης: Η διαμόρφωση των παραποτάμιων εκτάσεων, η δημιουργία του παραποτάμιου πάρκου, η διάνοιξη βασικών οδικών αξόνων. Όλα αυτά δεν έγιναν σε συνθήκες «ηρεμίας», αλλά μέσα από αντιπαραθέσεις που απαιτούσαν καθαρή πολιτική βούληση.
Σήμερα, όμως, φαίνεται να επικρατεί μια διαφορετική λογική.
Η περίπτωση του ΞΕΝΙΑ είναι χαρακτηριστική: Μια περιορισμένης έκτασης αντίδραση στάθηκε αρκετή για να μπλοκάρει την αξιοποίησή του, οδηγώντας ουσιαστικά σε αδράνεια ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της πόλης.
Αντίστοιχα, στη Φιλοθέη, οι αντιδράσεις κατά της δημιουργίας βιομηχανικού πάρκου κλιμακώθηκαν σε τέτοιο βαθμό που τελικά καθόρισαν την εξέλιξη του εγχειρήματος, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για μια παρέμβαση με αναπτυξιακά χαρακτηριστικά.
Τα παραδείγματα αυτά δεν είναι μεμονωμένα.
Αντιθέτως, συνθέτουν ένα μοτίβο.
Και αυτό το μοτίβο φαίνεται να επιβεβαιώθηκε και στην προχθεσινή συνεδρίαση.
Όταν ένα Δημοτικό Συμβούλιο δεν τεκμηριώνει επαρκώς τις αποφάσεις του και, κυρίως, όταν η ίδια η αιτιολόγηση παραπέμπει εμμέσως ή αμέσως σε «αντιδράσεις», τότε δημιουργείται μια επικίνδυνη κανονικότητα όπου η πίεση μετατρέπεται σε εργαλείο επιβολής και η ένταση σε παράγοντα λήψης αποφάσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ευθύνη δεν βαραίνει όσους αντιδρούν, κάτι απολύτως θεμιτό σε μια δημοκρατία.
Βαραίνει εκείνους που αποφασίζουν.
Και οφείλουν να το κάνουν με σαφή κριτήρια και δημόσια τεκμηρίωση.
Η προχθεσινή συνεδρίαση, πέρα από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, άφησε και μια ακόμη σκιά.
Το επίπεδο του δημόσιου λόγου, οι εντάσεις και κυρίως όσα εκτυλίχθηκαν εντός και εκτός της αίθουσας, δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητα.
Όταν η αντιπαράθεση ξεφεύγει από τα όρια της πολιτικής και μετατρέπεται σε στοχοποίηση, όταν δημοσιογραφικές φωνές και μέσα ενημέρωσης γίνονται αποδέκτες ύβρεων και απειλών, τότε το ζήτημα παύει να είναι συγκυριακό.
Οι αναφορές και τα περιστατικά με απειλές κατά του «Παρατηρητή», αλλά και άλλων μέσων ενημέρωσης, δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι ένδειξη μιας βαθύτερης παθογένειας.
Γιατί η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο στις αποφάσεις.
Δοκιμάζεται και κρίνεται στην αντοχή της απέναντι στην πίεση και στην ικανότητά της να προστατεύει την ελεύθερη έκφραση.
Και εκεί, δεν υπάρχουν περιθώρια σιωπής.
«Π»