Σχεδόν το 80% των χωριών της Άρτας και το σύνολο σχεδόν των μικρότερων οικισμών τους έχουν «νεκρώσει» τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.

Οι ελάχιστοι κάτοικοι που συνεχίζουν να ζουν μόνιμα σε αυτά βλέπουν τη ζωή τους να περιορίζεται αυστηρά στην καθημερινή τους εργασία, ενώ οι κοινωνικές επαφές έχουν σχεδόν εκλείψει. Οι συναντήσεις πια γίνονται κυρίως σε λιγοστές κηδείες και στους ελάχιστους γάμους συγγενών και φίλων.

Σπίτια πνιγμένα στα βάτα. Εγκαταλελειμμένα, ασυντήρητα, παρατημένα από τους ιδιοκτήτες τους.
Ολόκληροι οικισμοί που άλλοτε έσφυζαν από ζωή, σήμερα μοιάζουν με σιωπηλά τοπία μιας άλλης εποχής.

Την ίδια ώρα, σχεδόν όλα τα παραδοσιακά καφενεία των χωριών έκλεισαν. Και όμως, για δεκαετίες, τα καφενεία αυτά αποτελούσαν το βασικό σημείο αναφοράς κάθε χωριού. Ήταν ο χώρος συνάντησης των κατοίκων, η «κυψέλη» της κοινωνικής ζωής, όπου άνθρωποι όλων των ηλικιών και όλων των μορφωτικών επιπέδων συναντιόνταν για μια κουβέντα, για μια είδηση, για μια ανθρώπινη επαφή.

Αντί όμως να υπάρξουν κίνητρα για τη διατήρηση αυτών των μικρών πυρήνων κοινωνικής ζωής, κάποιοι χαρτογιακάδες της κεντρικής διοίκησης πίστεψαν ότι θα λύσουν το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας επιβάλλοντας στους ιδιοκτήτες των παραδοσιακών καφενείων υποχρεωτική ασφάλιση.

Παλαιότερα είχε επιχειρηθεί να δοθούν κίνητρα με απαλλαγή από το τότε ΤΕΒΕ. Κάποιοι τόλμησαν να επενδύσουν στα χωριά τους. Όμως, δύο ή τρία χρόνια αργότερα, βρέθηκαν αντιμέτωποι με αναδρομικές απαιτήσεις για το σύνολο των εισφορών των ετών που είχαν απαλλαγή.

Η πραγματικότητα όμως ήταν και παραμένει απλή!
Ένα μικρό καφενεδάκι σε ένα χωριό, που θα είναι ανοιχτό δέκα ή δεκαπέντε ώρες την ημέρα και θα πουλά τον καφέ ή το τσίπουρο ένα ευρώ, με 20 ή 30 σερβιρίσματα όλη κι όλη την ημέρα, πώς θα μπορούσε να πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές;

Κάποιος θα πει: Ερήμωσαν τα χωριά επειδή έκλεισαν τα καφενεία;

Κι όμως, η απάντηση είναι σε μεγάλο βαθμό «ναι». Γιατί το καφενείο δεν ήταν μόνο μια μικρή επιχείρηση. Ήταν ο τόπος όπου ο κάτοικος θα καθόταν για λίγο, θα συναντούσε κάποιον γνωστό, θα αντάλλασσαν δυο κουβέντες. Ήταν η κοινωνική ανάσα του χωριού.

Στην πόλη της Άρτας λειτουργούν δεκάδες παραδοσιακά καφενεία, πολύ περισσότερα από όσα λειτουργούν συνολικά σήμερα στα περίπου ογδόντα χωριά του νομού. Εκεί μπορούν να επιβιώσουν. Στα χωριά όμως;

Οι ασκούντες την κεντρική εξουσία πειραματίστηκαν σε αυτόν τον τομέα και απέτυχαν οικτρά, συμβάλλοντας, έστω και άθελά τους, στο «νέκρωμα» των χωριών μας.

Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα να δοκιμαστεί και το αντίθετο.

Να δοθούν πραγματικά κίνητρα.
Να στηριχθούν οι μικρές τοπικές δραστηριότητες.
Να ξανανοίξουν τα καφενεία.

Μήπως έτσι μπορέσουν να ξαναζωντανέψουν, έστω και λίγο, τα χωριά της Άρτας;

 

Λ.Σ.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΡΘΡΩΝ

Go to top