

Η ΔΕΗ υπήρξε κάποτε δημόσιος κοινωφελής οργανισμός. Στην πορεία ιδιωτικοποιήθηκε. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν άλλαξε ιδιοκτησιακό καθεστώς. Το ερώτημα είναι αν, μαζί με αυτό, άφησε πίσω και κάθε έννοια κοινωνικής ευθύνης.
Διότι η υπόθεση συμπολίτισσας στην Άρτα δεν χωρά εύκολα σε «τυπικές διαδικασίες».
Κόπηκε το ρεύμα στη συνταξιούχο. Στη συμπολίτισσα δηλαδή.
Για οφειλή 400 ευρώ, σε μια γυναίκα που λαμβάνει… 400 ευρώ. Μια γυναίκα κατάκοιτη, που ζει με οξυγόνο.
Ο γιος της, άνεργος, ζήτησε το αυτονόητο. Μια παράταση πέντε ημερών μέχρι να καταβληθεί η σύνταξη. Η απάντηση από το τοπικό υποκατάστημα ήταν κάθετη. Καμία ανοχή. Καμία ευελιξία. Καμία σκέψη για το τι σημαίνει «χωρίς ρεύμα» για έναν άνθρωπο που εξαρτάται από μηχανική υποστήριξη.
Ζητήθηκε εξόφληση για επανασύνδεση. Τελεία.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό δράμα.
Ένας άνθρωπος φτάνει στα όρια της ψυχολογικής κατάρρευσης. Δεκαέξι ώρες αγωνίας. Χάπια για να αντέξει. Ο φόβος για τη ζωή της μητέρας του τον καταβάλλει. Σκέφτεται να τη μεταφέρει στο νοσοκομείο για να περάσει τη νύχτα.
Μέχρι που έρχεται η παρέμβαση από τα κεντρικά της επιχείρησης. Και ξαφνικά, ω του θαύματος, ο διακανονισμός γίνεται. Με 50 ευρώ προκαταβολή.
Και εδώ τα ερωτήματα δεν είναι απλώς εύλογα. Είναι συντριπτικά.
Γιατί αυτό που «δεν γινόταν» στην Άρτα, έγινε μέσα σε λίγα λεπτά από την Αθήνα;
Υπάρχουν δύο πρόσωπα στην ίδια επιχείρηση; Ένα άκαμπτο στην περιφέρεια και ένα «ευέλικτο» στα κεντρικά;
Και το πιο σκληρό ερώτημα απ’ όλα:
Αν δεν υπήρχε αυτή η παρέμβαση, μέχρι πού θα έφτανε η κατάσταση; Θα αφήναμε έναν άνθρωπο χωρίς οξυγόνο στο όνομα μιας οφειλής;
Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν αρκούν οι κανονισμοί. Χρειάζεται κρίση. Χρειάζεται ευθύνη. Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, ανθρωπιά.
Και κάπου εδώ, πράγματι, της ΔΕΗ δεηθώμεν… για μια απάντηση.
«Π»