Της Παναγιώτας Π. Λάμπρη

Ζώντας μακριά απ’ την Άρτα δεν είχα την τύχη μέχρι πριν λίγες μέρες να δω το πολυσυζητημένο  ντοκιμαντέρ του Βασίλη Γκανιάτσα με τον τίτλο «Το γεφύρι της Άρτας».  Το είδα στις 21 Ιανουαρίου 2015 στην Πάτρα, όπου ο σκηνοθέτης παρέστη αφιλοκερδώς και το πρόβαλε στην κατάμεστη αίθουσα της Οικολογικής Κίνησης Πάτρας (ΟΙΚΙΠΑ)· στο τέλος της προβολής το κοινό τον καταχειροκρότησε και  συνομίλησε μαζί του. 

Ένιωσα περήφανη για τούτη την ανταπόκριση του κοινού προς τον συντοπίτη δημιουργό και το έργο του. Ενθουσιασμένη, μάλιστα, από την ποιότητά του, έφερα  στον νου μου τα λόγια του  Οδυσσέα Ελύτη που λένε: «Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;»       («Πρώτα-πρώτα», Α. Ανοιχτά Χαρτιά. Αστερίας, 1974. 19). Και τούτα, επίσης: «Μια «κατεψυγμένη» αλήθεια για την Ελλάδα π.χ. είναι η ιστορία της όπως την ερμηνεύουν οι επίσημοι Έλληνες. Μια άλλη «κατεψυγμένη» επίσης, είναι η ιστορία της, όπως την παρουσιάζουν οι Ευρωπαίοι. Η ζωντανή αλήθεια, πιστεύω, βρίσκεται πάλι στην ιστορία της, όπως την ανακαλύπτεις ν’ αναδύεται μέσα σου, από την προσωπική σου εμπειρία και που, τα γεγονότα ή τα μνημεία της τέχνης, απλά και μόνο την υπομνηματίζουν και την εικονογραφούν.» («Πρώτα-πρώτα», Γ. Ανοιχτά Χαρτιά. Αστερίας, 1974. 24-25)

 Αυτά τα λόγια ανακλήθηκαν στη μνήμη μου καθόλου τυχαία, αφού ένιωσα πως ο Βασίλης Γκανιάτσας άκουσε τη μυστική εσωτερική φωνή, η οποία κατοικεί μέσα μας από τη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο και κουβαλά με ευθύνη το βάρος του παρελθόντος, το οποίο υπάρχει παντού γύρω μας με πλήθος εικόνες κι ονόματα και ζητά από το δημιουργικό μυαλό να συνομιλήσει μαζί του και να βαδίσει στους δρόμους του παρόντος και του μέλλοντος αναγεννημένο. Διότι χρειάζεται να ’χεις μείνει ώρες αντίκρυ στο γεφύρι και να ’χεις θαυμάσει την ομορφιά της τέχνης και του τοπίου που το περιβάλλει, χρειάζεται να ’χεις ακούσει τις νύχτες το μοιρολόγι της θυσιασμένης γυναίκας να πολιορκεί τ’ αυτιά και την ψυχή σου, χρειάζεται να ’χεις σύμμαχο τον ιερό πανικό που θα καθοδηγεί τα ερευνητικά βήματά σου, για να μπορέσεις να ιστορήσεις την ιστορία του θρυλικού γεφυριού που ζευγνύει ερατεινά τις όχθες του Αράχθου.  

Έχω, μάλιστα, την αίσθηση πως η ψυχή του δημιουργού του ντοκιμαντέρ έφτασε στο αποτέλεσμα που απόλαυσαν και θα απολαμβάνουν πολλοί στο μέλλον, διότι από τη στιγμή που συνέλαβε την ιδέα να αισθητοποιήσει, όσα μέσα του κατοικούσαν, περπάτησε με πολλή αγάπη στους πολυδαίδαλους δρόμους της έρευνας και της συγκέντρωσης του υλικού του. Κατόπιν, το συνέθεσε με τέχνη και παρουσίασε την ιστορία του γεφυριού με τρόπο που κανένας μέχρι σήμερα δεν είχε επιχειρήσει.     

 Έτσι, ο θεατής έχει πλέον τη χαρά να απολαμβάνει στην οθόνη το αποτέλεσμα του μόχθου του, το οποίο δεν αποτελεί απλά μια αφορμή να περάσει ευχάριστα πενήντα λεπτά της ώρας, αλλά μια αφορμή για σπουδή πάνω σ’ ένα μνημείο, το οποίο για τους ντόπιους αποτελεί σημείο πολλαπλών αναφορών, ενώ για όλους τους άλλους ένα μνημείο, για το οποίο πρωτάκουσαν, ίσως, στα σχολικά τους θρανία, όπου διδάχθηκαν το σχετικό δημοτικό τραγούδι, αναρωτήθηκαν για το μέγεθος της θυσίας κι άρχισαν να κάνουν σκέψεις για την αναγκαιότητα της θυσίας, όταν αυτή υπηρετεί το κοινό καλό.  

Ο Βασίλης Γκανιάτσας, λοιπόν, αναδίφησε την ιστορική μνήμη σε κάθε είδους αρχειακό υλικό, εκμεταλλεύτηκε τη δύναμη της μαρτυρίας ανθρώπων, οι οποίοι ενεπλάκησαν στην σωτηρία του γεφυριού στα νεότερα χρόνια, και φυσικά, αξιοποίησε στο έπακρο, και ορθά, την ατομική δυναμική συμμετοχή, τόσο για τη σωτηρία του γεφυριού, όσο και για τον ζήλο που κινούσε τη δράση του. 

 Η Άρτα πρέπει να είναι περήφανη που στην πλούσια πολιτισμική της κληρονομιά περιλαμβάνεται πλέον και το ντοκιμαντέρ «Το γεφύρι της Άρτας», το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον θεατή να εντρυφήσει στην ιστορία του γεφυριού και να κατανοήσει τις γενεσιουργούς δυνάμεις που οδήγησαν τη λαϊκή μούσα να τραγουδήσει το δύσκολο στέριωμά του, το οποίο, όπως πληροφορούμαστε στο ντοκιμαντέρ, έγινε για πρώτη φορά στην εποχή του βασιλιά Πύρρου (318 - 272 π.Χ.) μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει στην στερέωση της σύγχρονης γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου! Ίσως, αυτό ηχεί παράδοξο, αλλά η χρονολόγηση των πασσάλων πάνω στους οποίους ήταν στηριγμένη η γέφυρα με ραδιενεργό άνθρακα 14 δεν αφήνει περιθώρια για αμφισβήτηση. Η γέφυρα έρχεται από ένα λαμπρό παρελθόν και μετά τη συντήρηση, η οποία έγινε στο τέλος του 20ου αιώνα, πορεύεται στον χρόνο και διδάσκει πως ο άνθρωπος μπορεί, χωρίς να καταστρέφει τη φύση, να συμπορεύεται μαζί της αρμονικά προς όφελός του.  

Το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Γκανιάτσα, εκτός από τον πλούτο των ιστορικών, οικονομικών, πολιτισμικών, οικολογικών,… πληροφοριών, για την αξιοποίηση γραπτών και προφορικών πηγών και για την απολαυστική ιστόρηση, η οποία γίνεται μέσω  τεκμηριωμένου λόγου και σπάνιου και προσεκτικά επιλεγμένου φωτογραφικού υλικού, το χαρακτηρίζει η μαγεία που αποπνέει κάθε τι που έρχεται από το παρελθόν και μπολιάζεται δημιουργικά με τη σύγχρονη τεχνολογία σ’ ένα αποτέλεσμα, το οποίο αξίζει να το δουν πολλοί. Κι αφού  προβληθεί και διαγωνισθεί σε σχετικούς διαγωνισμούς, θα είναι πολύ ωραίο να συνεπικουρεί και να ολοκληρώνει με την προβολή του, σε κατάλληλο χώρο, τις ξεναγήσεις των επισκεπτών της γέφυρας. Είναι καιρός, το γεφύρι, το οποίο είναι σήμα κατατεθέν και κόσμημα του τόπου, να πάρει τη θέση που του αξίζει ως τουριστικός προορισμός, και όχι μόνο, και μακάρι να υπάρξουν αντίστοιχες δουλειές και γι’ άλλα μνημεία της περιοχής μας.   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Go to top