Γράφει ο Παναγιώτης Δ. Μακρής *

Η ιδανική γεωγραφική θέση της χώρας μας (από τον 35ο ως τον 41ο βόρειο παράλληλο), το μεσογειακό κλίμα, η παρουσία της θάλασσας, η επίδραση της οποίας τόσο στα νησιά όσο και στα ηπειρωτικά είναι ευνοϊκή, αλλά και το ανάγλυφο της γης της ευνοούν την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή κρασιών υψηλής ποιότητας. 

Την εικόνα της σύγχρονης οινικής Ελλάδας απαρτίζουν σήμερα λίγες μεγάλες οινοποιητικές μονάδες και πλήθος από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς επίσης και αγροτικοί συνεταιρισμοί – το σύνολο των οινοποιείων ξεπερνά τα 700. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του 2012 (Τhe Wine Institute) η συνολική έκταση της ελληνικής αμπελοκαλλιέργειας είναι 1.108.095 στρέμματα και η παραγωγή κρασιού 3,1 εκατ. εκατόλιτρα και αντιστοιχεί στο 1,2% της παγκόσμιας παραγωγής.

Με βάση τις αμπελουργικές περιγραφές, είναι καταγεγραμμένες περισσότερες από 350 ποικιλίες σταφυλιών, ελληνικές ή ελληνογενούς προέλευσης, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν φυτευτεί και οινοποιούνται με επιτυχία σχεδόν όλες οι διάσημες κοσμοπολίτικες ποικιλίες. Στην Ελλάδα υπάρχουν 33 προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης (ΠΟΠ), σε κάποιες από τις οποίες αντιστοιχούν περισσότερα του ενός κρασιά, συμπεριλαμβανομένων και επτά γλυκών, λιαστών ή οίνων λικέρ, από τις ποικιλίες Μοσχάτο και Μαυροδάφνη. 

Στο σύνολό τους τα ΠΟΠ κρασιά δεν ξεπερνούν το 10% της συνολικής παραγωγής, ενώ το 20% είναι κρασιά προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (ΠΓΕ), σχεδόν το 4% ποικιλιακά και η συντριπτική πλειονότητα (66%) είναι επιτραπέζια χωρίς καμία ένδειξη. Τα αμπέλια, η καλλιέργεια των οποίων εκτείνεται από τη Θράκη ως την Κρήτη και από τα νησιά του Αιγαίου σε αυτά του Ιονίου, καλλιεργούνται συχνά με ιδιαίτερες και μοναδικές τεχνικές (π.χ. οι κουλούρες στη Σαντορίνη) και σχεδόν στο σύνολό τους χειρωνακτικά και όχι μηχανικά. Οι δεδομένες συνθήκες ανεβάζουν αισθητά το κόστος της πρώτης ύλης, καθώς οι στρεμματικές αποδόσεις είναι μικρές, διατηρούν όμως την ποιότητα σε υψηλά επίπεδα.

Τα τελευταία χρόνια καινούργιες αμπελουργικές ζώνες ξαναβρίσκουν τις οινικές συντεταγμένες τους, αφού οι νέες φυτεύσεις συντηρούν στην πλειονότητά τους την αρχαία τους κληρονομιά. Το ταξίδι στα μονοπάτια της οινικής μας καταβολής ξεκινά: η Ήπειρος, με τα ορεινά αμπέλια του Μετσόβου, όπου πρωτοκαλλιεργήθηκε το Cabernet Sauvignon, και τη ζώνη ονομασίας προέλευσης της Ζίτσας που εκφράζεται μέσα από τη λευκή ποικιλία Ντεμπίνα, αφήνουν όλο και εντονότερο το ίχνος τους στον 21ο αιώνα. Ξεχωρίζουν για τη λεπτότητα, την αρωματική ένταση και τη διάρκειά τους τα λευκά της κρασιά και για την πληθωρικότητα και την αντοχή τους στον χρόνο τα ερυθρά.

Η Θράκη, μία από τις πιθανές πατρίδες του Διονύσου, από τις πλέον πρόσφατες περιοχές στην αμπελουργική αναδιάρθρωση της Βορείου Ελλάδας, αναβιώνει τον φημισμένο οίνο της Μαρωνείας, με τον οποίο ο Οδυσσέας μέθυσε τον Πολύφημο, σε αμπελώνες που ξαναφυτεύονται τα τελευταία 15 χρόνια με ελληνικές κυρίως, αλλά και διεθνείς ποικιλίες. Στο Παγγαίο, το πλούσιο σε μεταλλεία και μύθους – αφού εδώ ανατράφηκε ο Διόνυσος – η αμπελοκαλλιέργεια που αποτελούσε ανέκαθεν παράδοση και εγκαταλείφθηκε χάριν του καπνού, στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε να κερδίζει και πάλι έδαφος, δίνοντας την ευκαιρία στην παραγωγή εντυπωσιακών κρασιών τόσο από κοσμοπολίτικες ποικιλίες όσο και από ελληνικές, όπως το Λημνιό, το Ασύρτικο κ.ά. Από τους πιο μεγάλους ενιαίους αμπελώνες της Ελλάδας, η Χαλκιδική υπήρξε καινοτόμα τόσο για τις φυτεύσεις των διεθνών ποικιλιών όσο και για την αναβίωση μιας από τις καλύτερες λευκές ελληνικές ποικιλίες, της Μαλαγουζιάς, που σήμερα πρωταγωνιστεί σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Εξαίρεση από τις νέες αμπελουργικές ζώνες δεν αποτελεί ούτε η διευρυμένη της Θεσσαλονίκης (Επανομή, Άγιος Αθανάσιος, Αρέθουσα, Βερτίσκος, Σοχός κ.ά.). Εδώ, οι εντυπωσιακοί αμπελώνες και τα οινοποιεία αναδεικνύουν το γηγενές αλλά και το κοσμοπολίτικο ποικιλιακό δυναμικό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στην αναμορφωμένη, μοντέρνα και καλοραφιναρισμένη ρετσίνα της Θεσσαλονίκης, η οποία με την πολύ πρόσφατη εκδοχή της ξαναμπαίνει στον χορό της γεύσης, αφότου οι Νεοέλληνες δικαίως την εξοστράκισαν τις προηγούμενες δεκαετίες από το τραπέζι τους ως κακοφτιαγμένη.

Γύρω από την Αταλάντη (αρχαία ονομασία «Οπούς») έχουν φυτευτεί και πάλι αμπελώνες με ποικιλίες γηγενείς και διεθνείς, λιγότερο ή περισσότερο διαδεδομένες, που αξιοποιούνται σε ενδιαφέροντα κρασιά, ισάξια της αρχαίας φήμης και αίγλης της περιοχής (το αμπέλι, κατά τη μυθολογία, το χάρισε ο Διόνυσος στον Οινέα, βασιλιά της Οπουντίας Λοκρίδας). 

Η Πελοπόννησος αποτελεί την καρδιά της οινικής Ελλάδας, αφού το 1/3 της συνολικής παραγωγής παράγεται εδώ. Στις ήδη καταξιωμένες αμπελουργικές της ζώνες προστέθηκε το 2010 και μια καινούργια ονομασία προέλευσης, η Μονεμβασιά - Malvasia, της οποίας η καταγωγή χάνεται πίσω στους αιώνες. Η λευκή ποικιλία Μονεμβασιά συμμετέχει κατά τουλάχιστον 51% στο γλυκό κρασί της νέας ζώνης και φιλοδοξεί, σε συνδυασμό με την Κυδωνίτσα, το Ασύρτικο και τις Ασπρούδες, να αναβιώσει τον μύθο της Malvasia που άρχισε τον 12ο αιώνα. Ένα ταξίδι στις αγορές του κόσμου από το τρίγωνο μεταξύ Μονεμβασιάς, Πάρου και Κρήτης, αμπελουργικές περιοχές που επίσης το 2011 κατοχύρωσαν ως ΠΟΠ τον Μαλβαζία οίνο τους από τις δικές τους ντόπιες ποικιλίες (Μονεμβασιά, Ασύρτικο, Αθήρι, Θραψαθήρι, Λιάτικο, Μοσχάτο άσπρο, Μοσχάτο Σπίνας και Malvasia di Candia Aromatica).Κόσμημα ανυπολόγιστης αξίας για την Ελλάδα τα νησιά της, διακρίθηκαν από τα αρχαία χρόνια για τα οινικά τους διαμάντια, ορισμένα ωστόσο κατάφεραν να διατηρήσουν μέχρι σήμερα την παράδοση αναλλοίωτη, ενώ κάποια άλλα αγωνιούν τώρα να την αναβιώσουν. Η Ικαρία, η Χίος και η Τήνος προσπαθούν να ανακαλύψουν τα αμπελουργικά τους μονοπάτια, ιχνηλατώντας τις μνήμες δοξασμένων οίνων όπως ο Πράμνειος, ο Αριούσιος κ.ά. Αυτόχθονες ποικιλίες όπως το Φωκιανό, το Μπεγλέρι, η Μανδηλαριά, το Κρασερό, το Χιώτικο, το Ασύρτικο και το Μαυροτράγανο δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους και ετοιμάζονται για τη μεγάλη αναμέτρηση με τις διεθνείς. Κλασικές αξίες, μοντέρνες «συσκευασίες» και αν τα νέα αμπελοτόπια τραβούν την προσοχή, οι κλασικές αμπελοοινικές περιοχές εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν και συχνά να παθιάζουν τον οινόφιλο γνώστη με τα μοντέρνα κρασιά που παράγουν. 

Στη Μακεδονία, τα ΠΟΠ κρασιά Νάουσα και Αμύνταιο αναδεικνύονται εξαιρετικά μέσα από τους διαφορετικούς τρόπους έκφρασης του Ξινόμαυρου, ποικιλίας-πρεσβευτή στην προώθηση του σύγχρονου επώνυμου ελληνικού κρασιού. Οι δύο ζώνες («ερυθρή» η Νάουσα, «ερυθρό και ροζέ» το Αμύνταιο), από τις πρώτες που νομοθετήθηκαν στις αρχές του ’70, λανσάρουν σήμερα ένα εντελώς νέο πρόσωπο, αφού τόσο η καλλιέργεια του σταφυλιού όσο και η οινοποίησή του εκμοντερνίστηκαν. 

Η Θεσσαλία με την ανανεωμένη και διευρυμένη στα αμπελουργικά της σύνορα Ραψάνη καθώς και τον πολλά υποσχόμενο Μεσενικόλα. Για πολλά χρόνια, σχεδόν από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, η Στερεά Ελλάδα με τους μεγάλους αμπελώνες της Αττικής και της Βοιωτίας αλλά και η Εύβοια παρήγαν μεγάλες ποσότητες κρασιού, κυρίως ρετσίνα, καλύπτοντας τις ανάγκες για φθηνό χύμα προϊόν. 

Οι διαδεδομένες ποικιλίες Σαββατιανό και Ροδίτης εξευγενίστηκαν τόσο στην καλλιέργεια όσο και στην οινοποίηση και σε συνδυασμό και με άλλες, όπως η Μαλαγουζιά, το Ασύρτικο και διεθνείς λευκές ή ερυθρές, άρχισαν να δίνουν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Η πληθώρα των ΠΓΕ κρασιών (περισσότερα από οπουδήποτε αλλού στη Ελλάδα) επιβεβαιώνει περίτρανα του λόγου το αληθές, κι ας μην υπάρχει εδώ ούτε ένα κρασί ονομασίας προέλευσης. Από τις ζώνες της Πελοποννήσου, τόσο η Νεμέα με το εντυπωσιακό Αγιωργίτικο, έναν από τους πλέον σημαντικούς πρεσβευτές στην προώθηση του επώνυμου ελληνικού κρασιού, όσο και η Πάτρα με την ήρεμη δύναμη που ακούει στο όνομα Ροδίτης, τα τελευταία χρόνια δούλεψαν σκληρά αναβαθμίζοντας την ποιότητα των κρασιών τους. Η Νεμέα έγινε πληθωρική, με ακόμη πιο τονισμένους τους αρωματικούς χαρακτήρες της ποικιλίας και με μεγάλες συμπυκνώσεις στο χρώμα και στη γεύση. 

Η απόλυτη όμως αποθέωση έρχεται από την Κρήτη. Μεγάλη οινοπαραγωγός περιοχή (το 1/4 της ελληνικής παραγωγής) της οποίας για πολλά χρόνια οι ονομασίες προέλευσης και οι τοπικοί οίνοι βρίσκονταν στην αφάνεια, η Κρήτη έκανε τη δική της επανάσταση. Μοντέρνα οινοποιεία, νέοι οινοποιοί, καινούργιες φυτεύσεις με ξεχασμένες γηγενείς ποικιλίες, όπως το Πλυτό, το Βιδιανό, το Δαφνί κ.ά., αλλά και με διεθνείς, καθώς επίσης και πετυχημένοι πειραματισμοί σε νέα χαρμάνια, έφεραν το ποθούμενο αποτέλεσμα και το νησί διαθέτει σήμερα ένα πολύ σημαντικό δυναμικό. Από τα υπόλοιπα νησιά, στο Αιγαίο οι γνωστές αμπελουργικές ζώνες των λιαστών Μοσχάτων στη Σάμο και στη Λήμνο εξακολουθούν να χαϊδεύουν τους ουρανίσκους και να αποσπούν μεγάλες διακρίσεις και βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς, ενώ στη Ρόδο η αναγνώριση έρχεται με την καθιέρωση ζώνης ονομασίας προέλευσης για τα αφρώδη. Η αναγνώριση όμως που χαίρει η Σαντορίνη με το εκπληκτικό της Ασύρτικο είναι πρωτόγνωρη. Η αύξηση της παραγωγής ποιοτικών κρασιών είναι αξιοσημείωτη. 

Σε συνδυασμό μάλιστα με τη μεγάλη ανταπόκριση των απανταχού οινόφιλων, η διεθνής αναγνώριση της μοναδικότητάς της αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός. Τέλος, από τα Ιόνια νησιά η Κεφαλλονιά με τη Ρομπόλα και τη Μαυροδάφνη αναθεωρεί και ανανεώνει τη σταθερή της πορεία τόσο μέσα από μοντέρνες οινοποιήσεις όσο και μέσα από τον αρχέγονο παραδοσιακό τρόπο της βιοδυναμικής γεωργίας.

 

(*) Ο Παναγιώτης Δ. Μακρής είναι Γεωπόνος Τ.Ε / Χημικός-Οινολόγος M.Sc.

Υποψήφιος Διδάκτωρ Χημείας

 

Go to top